Οι τιμές των τροφίμων στην Ευρώπη παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές από χώρα σε χώρα. Η Ελβετία και οι σκανδιναβικές χώρες βρίσκονται στις ακριβότερες θέσεις της κατάταξης. Αντίθετα, αρκετές χώρες της ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων διατηρούν χαμηλότερες τιμές. Ωστόσο, το χαμηλότερο κόστος στο σούπερ μάρκετ δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα τρόφιμα είναι πιο προσιτά για τους καταναλωτές.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάζει το Euronews Business, με βάση δεδομένα της πλατφόρμας Numbeo για τα μέσα του 2026, το κόστος των ειδών παντοπωλείου διαφέρει σημαντικά σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Οι διαφορές συνδέονται με το κόστος εργασίας, την ενέργεια, τις μεταφορές, τη φορολογία και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Ποιες χώρες έχουν τις υψηλότερες τιμές τροφίμων
Η Ελβετία βρίσκεται στην πρώτη θέση των ακριβότερων χωρών για την αγορά τροφίμων, με δείκτη τιμών 189,2, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζεται στο 100. Αυτό σημαίνει ότι τα είδη παντοπωλείου είναι κατά 89,2% ακριβότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στη δεύτερη θέση ακολουθεί η Ισλανδία, με δείκτη 183,6, ενώ έπονται η Νορβηγία με 154,4, το Λουξεμβούργο με 134,9 και η Δανία με 128,4. Οι υψηλές τιμές στις σκανδιναβικές χώρες συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με το αυξημένο κόστος εργασίας, τις ακριβότερες υπηρεσίες, τις μεταφορές και τις γενικότερες λειτουργικές δαπάνες.
Από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης, η Γαλλία εμφανίζει τις υψηλότερες τιμές τροφίμων, κατά 27,5% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Ακολουθούν το Ηνωμένο Βασίλειο με δείκτη 111,9, η Γερμανία με 111,6 και η Ιταλία με 110,2. Η Ισπανία αποτελεί εξαίρεση, καθώς ο δείκτης της διαμορφώνεται στο 89,7, κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Πού βρίσκουμε τα φθηνότερα τρόφιμα
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ρουμανία καταγράφει τις χαμηλότερες τιμές τροφίμων, με δείκτη 66,7, δηλαδή 33,3% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Ακόμη χαμηλότερες τιμές εμφανίζονται σε ορισμένες χώρες εκτός της Ένωσης. Στη Μολδαβία, ο δείκτης φτάνει μόλις στο 57,2, ενώ στη Βόρεια Μακεδονία διαμορφώνεται στο 59,8. Στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη βρίσκεται στο 67,9 και στη Σερβία στο 68,8.
Η Τουρκία καταγράφει δείκτη 82,1, παραμένοντας κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Ωστόσο, οι χαμηλότερες ονομαστικές τιμές δεν αποτυπώνουν από μόνες τους την οικονομική δυνατότητα των κατοίκων να αγοράσουν τρόφιμα.
Το φθηνότερο καλάθι δεν σημαίνει μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη
Η αγοραστική δύναμη αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την αξιολόγηση του κόστους διαβίωσης. Σε χώρες με χαμηλότερους μισθούς, ακόμη και οι φθηνότερες τιμές μπορεί να επιβαρύνουν σημαντικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ρουμανία, όπου οι τιμές των τροφίμων είναι χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ, αλλά τα νοικοκυριά διαθέτουν το 23,1% του προϋπολογισμού τους για τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά. Στη Βουλγαρία, το αντίστοιχο ποσοστό ξεπερνά επίσης το 20%.
Επομένως, η σύγκριση των τιμών χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο το κόστος των προϊόντων, αλλά και τους μισθούς, το διαθέσιμο εισόδημα και το ποσοστό των οικογενειακών δαπανών που κατευθύνεται στην αγορά τροφίμων.
Πόσο κοστίζει ένα καλάθι 18 προϊόντων
Για να αποτυπώσει τις διαφορές με πιο πρακτικό τρόπο, το Euronews Business συνέκρινε τις τιμές 18 ειδών παντοπωλείου, χρησιμοποιώντας στοιχεία της Numbeo από τον Οκτώβριο του 2026. Το μέσο κόστος του συγκεκριμένου καλαθιού στην ΕΕ υπολογίστηκε σε 69,84 ευρώ.
Στην Ελβετία, το ίδιο καλάθι κόστιζε 137,90 ευρώ, ενώ στη Μολδαβία μόλις 41,10 ευρώ. Στη Νορβηγία η τιμή έφτανε τα 116,10 ευρώ, στο Λουξεμβούργο τα 99 ευρώ, στην Αυστρία τα 88,10 ευρώ και στη Δανία τα 87,70 ευρώ.
Μεταξύ των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών οικονομιών, το καλάθι κόστιζε 87,40 ευρώ στη Γαλλία, 80 ευρώ στην Ιταλία, 75,20 ευρώ στη Γερμανία και 69,10 ευρώ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στην Ισπανία, η αντίστοιχη δαπάνη ήταν αισθητά χαμηλότερη, στα 63 ευρώ.
Στις χώρες με τις χαμηλότερες τιμές, το κόστος περιοριζόταν κάτω από τα 50 ευρώ. Στη Βόρεια Μακεδονία έφτανε τα 43,90 ευρώ, στη Ρουμανία τα 45,90 ευρώ, στην Πολωνία τα 49,60 ευρώ και στη Σερβία τα 49,70 ευρώ.
Οι υπολογισμοί αφορούν ένα ενδεικτικό καλάθι στο οποίο κάθε προϊόν προσμετράται μία φορά, χωρίς στάθμιση ανάλογα με την κατανάλωση των νοικοκυριών. Για τον λόγο αυτό, τα αποτελέσματα μπορεί να διαφέρουν από την πραγματική δαπάνη μιας οικογένειας.
Ενέργεια και μεταφορές πιέζουν τις τιμές
Το κόστος ενέργειας και οι μισθοί συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους παράγοντες που διαμορφώνουν τις τιμές των τροφίμων. Η παραγωγή, η μεταποίηση, η αποθήκευση και η διανομή απαιτούν ενέργεια και ανθρώπινο δυναμικό, ενώ οι αυξήσεις στα καύσιμα επηρεάζουν ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα.
Η Ilaria Benedetti, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Tuscia, επισημαίνει ότι η ενέργεια αποτελεί σημαντικό παράγοντα των πρόσφατων αυξήσεων, με τα καύσιμα να ασκούν ιδιαίτερη πίεση. Όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα, η μέση τιμή του ντίζελ στην ΕΕ αυξήθηκε από 1,59 ευρώ ανά λίτρο στις 23 Φεβρουαρίου σε 2,24 ευρώ στις 28 Σεπτεμβρίου 2026.
Οι αυξήσεις αυτές επηρεάζουν το κόστος λειτουργίας των αγροτικών μηχανημάτων, των φορτηγών και των εγκαταστάσεων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή και τη διανομή τροφίμων.
Παράλληλα, οι διαφορές στους μισθούς, στα ενοίκια, στο κόστος γης, στη φορολογία, στην παραγωγικότητα της γεωργίας και στη δομή του λιανεμπορίου συμβάλλουν στη διαμόρφωση διαφορετικών τιμών από χώρα σε χώρα.
Γιατί το ψωμί κοστίζει τρεις φορές περισσότερο στη Δανία
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των διαφορών είναι το φρέσκο λευκό ψωμί. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Numbeo που παραθέτει το Euronews Business, ένα καρβέλι 500 γραμμαρίων κοστίζει 3,18 ευρώ στη Δανία, έναντι μόλις 1,02 ευρώ στη Βουλγαρία.
Η διαφορά ξεπερνά το τριπλάσιο και δεν οφείλεται αποκλειστικά στο κόστος των πρώτων υλών. Στην τελική τιμή ενσωματώνονται επίσης οι μισθοί, η ενέργεια, τα ενοίκια των καταστημάτων, οι μεταφορές και οι φόροι.
Αντίστοιχα, μια δωδεκάδα αυγών κοστίζει 4,52 ευρώ στη Δανία και 2,69 ευρώ στην Εσθονία. Στην περίπτωση αυτή, η διαφορά είναι μικρότερη, γεγονός που δείχνει ότι οι αποκλίσεις δεν είναι ίδιες για όλα τα προϊόντα.
Η σύγκριση επιβεβαιώνει ότι οι τιμές των τροφίμων στην Ευρώπη επηρεάζονται από ένα σύνολο οικονομικών και παραγωγικών παραγόντων. Για τους καταναλωτές, όμως, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει πόσα τρόφιμα μπορούν να αγοράσουν με το εισόδημά τους και πόσο χώρο αφήνει αυτή η δαπάνη για τις υπόλοιπες ανάγκες του νοικοκυριού.
ΠΗΓΗ: Euronews


















































































































Σχόλια 0