Η καναδική κυβέρνηση αποφάσισε να εξαιρέσει τα ψάρια και τα θαλασσινά από τη λίστα των αμερικανικών προϊόντων που επρόκειτο να επιβαρυνθούν με ανταποδοτικούς δασμούς. Η απόφαση ήρθε μόλις μία ημέρα μετά την ανακοίνωση των νέων μέτρων και έπειτα από έντονες αντιδράσεις του κλάδου.
Η αλλαγή αφορά ένα σημαντικό τμήμα του εμπορίου τροφίμων μεταξύ των δύο χωρών και αναμένεται να ανακουφίσει ιδιαίτερα επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αλιεία και στην επεξεργασία θαλασσινών. Η αρχική καναδική λίστα περιλάμβανε περισσότερα από 700 αμερικανικά προϊόντα και προέβλεπε δασμούς από 15% έως 50% ανάλογα με την κατηγορία.
Το υπουργείο Οικονομικών του Καναδά ανακοίνωσε ότι η εξαίρεση των προϊόντων αλιείας και θαλασσινών αποφασίστηκε μετά τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν από την εγχώρια βιομηχανία. Όπως ανέφερε η καναδική πλευρά, στόχος είναι να περιοριστούν ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις από τα νέα εμπορικά μέτρα.
Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις δύο πλευρές των συνόρων. Η αμερικανική βιομηχανία θαλασσινών είχε εκφράσει ανησυχίες ότι οι καναδικοί δασμοί θα μπορούσαν να πλήξουν σημαντικά τις εξαγωγές προς μια από τις βασικές αγορές της. Παράλληλα, Καναδοί εισαγωγείς και επιχειρήσεις του κλάδου προειδοποίησαν ότι οι δασμοί θα αύξαναν το κόστος για την εγχώρια αγορά.
Η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα σημαντική για την αγορά αστακού, καθώς οι ΗΠΑ αποτελούν βασικό προμηθευτή και εμπορικό εταίρο του Καναδά στον τομέα των θαλασσινών. Οι αρχικές προτάσεις για δασμούς είχαν προκαλέσει έντονη ανησυχία και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, καθώς οι επιχειρήσεις του κλάδου λειτουργούν εδώ και χρόνια μέσα σε ένα στενά συνδεδεμένο διασυνοριακό εμπορικό δίκτυο.
Η υπαναχώρηση της Οτάβα έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η εμπορική αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον κλιμακώνεται. Οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει νέους δασμούς σε καναδικά προϊόντα συνολικής αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων, ενώ ο Καναδάς είχε απαντήσει με δικά του μέτρα που επρόκειτο να τεθούν σε ισχύ στις 8 Σεπτεμβρίου.
Η αρχική λίστα της καναδικής κυβέρνησης περιλάμβανε ένα ευρύ φάσμα προϊόντων, από μέταλλα και τρόφιμα μέχρι ηλεκτρονικά είδη και καταναλωτικά αγαθά. Η επιλογή τους δεν ήταν τυχαία, καθώς η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Mark Carney έχει αφήσει να εννοηθεί ότι οι ανταποδοτικοί δασμοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ως μέσο άσκησης πολιτικής πίεσης προς συγκεκριμένες αμερικανικές πολιτείες και επιχειρηματικούς κλάδους.
Για τον κλάδο των τροφίμων η εξαίρεση των θαλασσινών αποτελεί ένα από τα πρώτα σημάδια ότι η καναδική κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να προσαρμόζει τα μέτρα της όταν αυτά δημιουργούν σημαντικές επιπτώσεις στην εγχώρια αγορά. Το ερώτημα πλέον είναι αν θα ακολουθήσουν και άλλες αλλαγές στη λίστα πριν από την έναρξη εφαρμογής των νέων δασμών.
Η υπόθεση δείχνει πάντως πόσο δύσκολο είναι για τις δύο χώρες να διαχειριστούν μια εμπορική σύγκρουση χωρίς να επηρεαστούν προϊόντα που αποτελούν μέρος μιας βαθιά διασυνδεδεμένης αγοράς. Στα ψάρια και τα θαλασσινά η σχέση αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη, γεγονός που φαίνεται να έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση του Καναδά να κάνει πίσω.
















































































































Σχόλια 0